αναγγέλλομαι


αναγγέλλομαι
αναγγέλλομαι, αναγγέλθηκα, αναγγελμένος βλ. πίν. 86

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευαγγελίζομαι — (ΑΜ εὐαγγελίζομαι) [ευάγγελος] φέρνω καλές ειδήσεις, αναγγέλλω ευχάριστα νέα, δίνω χαρμόσυνες υποσχέσεις («λόγους ἀγαθοὺς εὐαγγελίσασθαι ὑμῑν», Αριστοφ.) αρχ. μσν. 1. κηρύσσω, διδάσκω το Ευαγγέλιο («εὐαγγελίσασθαι πτωχοῑς ἀπέσταλκέ με», ΠΔ) 2.… …   Dictionary of Greek